... Το δεκαχίλιαρο... -Τα αγγλικά σας πως είναι, κύριε Γιάννη;
-Ε, καλά.
-Όταν λέτε καλά, εννοείτε καλά, ή ... καλούτσικα;
-Έτσι.
Ο Γιάννης είχε εμφανώς αρχίσει να χάνει την υπομονή του. Είχε σχεδόν χλωμιάσει, τόσο πολύ που ήταν μόλις στα 23 του και του ανέβαινε η πίεση μέχρι τον θεό. Στραβοκατάπιε. Έπειτα σταυροκοπήθηκε με την γλώσσα του να κάνει το σχήμα του σταυρού, μέσα στο στόμα του, όχι στα φαναρά. Ντρεπόταν που τα αγγλικά του ήταν ακόμα σε επίπεδο αλφαβήτας και στα βασικά (τόσο βασικά ώστε να καμακώνει τις τουρίστριες τα Καλοκαίρια και να φέρνει κανέναν ξένο πελάτη στο μπακάλικο του θείου του) και δεν ήθελε να πει την αλήθεια. Αλλά τι να κάνει...
Επιβάλλεται οι φτωχοί καμιά φορά να λένε και λίγα ψέματα, για να τους βοηθήσει και η τύχη η ίδια δηλαδή... Να, και ο Γιάννης Αγιάννης είχε κλέψει μια φραντζόλα ψωμί κάποτε στα όρια της φτώχειας του, κι όμως άγιασε με τη βοήθεια ενός επισκόπου, κι ας έφαγε είκοσι χρόνια στη στενή. Ουδείς αναμάρτητος, δεν δίδαξε και το κατηχητικό;
Όλα αυτά σκεφτόταν και παρηγορήθηκε. Εξάλλου η δουλειά του μεταφραστή είναι μια τίμια δουλειά. Και ακούγεται τόσο γοητευτική και καλοπληρωτή, αυτό που το βάζεις;
Οπλίστηκε με λίγο θάρρος ακόμα και είπε:
'Αν μου έχετε ένα λεξικό δίπλα μου θα τα καταφέρω μια χαρά'.
Ο Νίκος τον καθησύχασε.
-Εχουμε το Oxford Dictionary και το Papyrus Larus, να, εδώ στο γραφείο. Χρησιμοποίησε τα όποτε θέλεις. Τα πήρα από τα κουπόνια της εφημερίδας.
'Δεν είναι δύσκολο να κάνετε αυτή τη δουλειά', του είπε μετά. 'Αν συμφωνείτε, μπορείτε να αρχίσετε από αύριο. Η δουλειά έχει ζήτηση και πρέπει να προλάβουμε τις γιορτές των Χριστουγέννων. Τότε οι πωλήσεις μας ανεβαίνουν κατακόρυφα αφού ο κοσμάκης παίρνει το δώρο και τα έξτρα επιδόματα'.
Δώσανε τα χέρια. Σαν δυο καλοί παλιοί συνάδελφοι. Ξεχάσανε και τους πληθυντικούς. Ο Γιάννης μετά από λίγο έκλεισε την πόρτα του γραφείου πίσω του, αφού αποχαιρέτησε το καινούριο του αφεντικό.
Όπως περίμενε στη στάση, για να πάρει το λεωφορείο από την πόλη για το χωρίο, τα ζύγιασε τα πράγματα με το νου του. Και για πρώτη φορά χαμογέλασε! Έλαμψε το πρόσωπό του ολόκληρο! Επιτέλους θα πάει στη μάνα του περήφανα, με ψηλά το κεφάλι, και θα της πει πως έπιασε την πρώτη του δουλειά ως μεταφραστής. Με καλά λεφτά! Και ποσοστά ανάλογα με τις πωλήσεις. Να γελάσει και της κακομοίρας της μάνας του το αχειλάκι, που έχει πάθει αγκύλωση από τότε που τους κάηκε το κτήμα στο βουνό.
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
Το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί από χαρά αλλά κι από αγωνία. Από αύριο θα έφερνε ψωμί στο σπίτι. Θα ήταν ο κύρης του σπιτιού. Ακόμη και η μάνα του είχε κλάψει από συγκίνηση και ευτυχία, που όλοι οι κόποι που είχε καταβάλλει ο γιος της να τελειώσει το εξατάξιο δεν είχαν πάει χαμένοι. Άσε τα χρήματα που είχε πληρώσει στη Κατίνα του Μαρκελά για να του μάθει Αγγλικά. Αλλά τελικά, είδες; Όλα τα έξοδα άξιζαν. Μέχρι που και στις γειτόνισσες είπε για την καινούρια δουλειά του Γιάννη, να σκάσουν από τη ζήλεια τους, και να ακουστεί και η είδηση στα μέρη τους μέσα από τα κουτσομπολιά μπας κι ο γιος της τσιμπήσει και καμιά καλή νύφη. Ώρα του ήταν. Τώρα μάλιστα θα γινόταν και περιζήτητος γαμβρός!
Μόνο που δεν έχει ρωτήσει τι θα μεταφράζει, θυμήθηκε ο Γιάννης. 'Περιοδικά και εφημερίδες', σκέφτηκε. 'Τι άλλο μπορεί να πουλάει τόσο καλά τα Χριστούγεννα; Ίσως και βιβλία...'
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
Να σου, την άλλη μέρα, καλοντυμένος, με γραβάτα και κοστούμι, στο γραφείο του Νίκου για την πρώτη του μέρα στη δουλειά. Επτά το πρωί, ακριβώς, όπως του είχε ζητηθεί.
Ο Νίκος ξεκλείδωσε τη πόρτα και τον έμπασε μέσα. Τον καλημέρισε και τον κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια. 'Βλέπω ντύθηκες για την περίσταση', του είπε και του χαμογέλασε. 'Κόπιασε!'
Ο Γιάννης για μια στιγμή αισθάνθηκε ο άρχων του κόσμου όλου. Οι δόξες του στο επάγγελμά του, οι μισθοί που προσδοκούσε, η προαγωγή του, οι δημοσιεύσεις και μεταφράσεις του... όλα όσα φανταζόταν δηλαδή πως θα ακολουθούσαν στο λαμπρό εργασιακό το μέλλον, έλαμπαν στο μυαλό του ολοφώτεινα, σαν τη μπριγιαντίνη των μαλλιών του.
Ο Νίκος του έδειξε μια πόρτα. 'Από δω είναι το γραφείο σου', του είπε. 'Παρακαλώ, πέρασε!'
Το γραφείο ήταν απίστευτα μικρό. Σαν κλουβί. Ένα τραπέζι και μερικά φύλλα χαρτιού πεταμένα επάνω κι ένας παμπάλαιος υπολογιστής, με την οθόνη να φωσφορίζει και να τρεμοπαίζει. Το όνειρο του Νίκου εμούδιασε λιγάκι, όταν τα είδε όλα αυτά. Μαζί μούδιασαν και τα πόδια του. Αλλά προχώρησε.
'Ετούτη τη τηλεόραση τη βλέπεις;' του είπε ο Νίκος. 'Να, εδώ θα βλέπεις τις κασέτες. Σε αυτό το βίντεο. Πάρε και το λεξικό, μπας και χρειαστείς να ψάξεις καμιά λέξη που δεν καταλαβαίνεις. Ας σε αφήσω λοιπόν να κάνεις τη δουλειά σου. Διάλειμμα θα κάνεις σε ένα τρίωρο από τώρα. Δεν πληρώνεσαι για να κάθεσαι! Όπως είπαμε! Οι πελάτες περιμένουν!'
Ο Γιάννης κάθησε στη καρέκλα και έβαλε την πρώτη κασέτα στο βίντεο. Για μια στιγμή σκέφτηκε πως μάλλον θα επρόκειτο για ντοκιμαντέρ του National Geographic. Τι άλλο; Αυτά δεν είναι στα Αγγλικά;
Εξού κι ο τίτλος: Trip to Budapest.
'Καλά το φαντάστηκα', σκέφτηκε ο Γιάννης. Κι έγραψε κάτω στο χαρτί, με μεγάλα αραιά γράμματα: ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΒΟΥΔΑΠΕΣΤΗ.
Έπειτα, στη ταινία βγήκε μια κοπέλα, όχι από αυτές τις σεμνές που συναντάς τις Κυριακές στην εκκλησία. Κι ένας τύπος άσχετος. Μαζί κάνανε διάφορα, αυτός την μαστίγωνε κι αυτή χαμογελούσε σα σταρ, να φαίνονται τα δόντια της σα λαμπερά μαργαριτάρια.
Γούρλωσε τα μάτια του ο Γιάννης, μερικώς από έκπληξη και μερικώς από ενδιαφέρον. Τέτοιο πράγμα δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του. Τέτοια ήταν η ομορφιά της Βουδαπέστης! Ασύλληπτη! Μέχρι που το όλο θέμα της δουλειάς ξεχάστηκε. Μόνο όταν φτάσανε οι δύο γδυτοί πρωταγωνιστές στους υποτυπώδεις διαλόγους ο Γιάννης θυμήθηκε τη λαμπρή καριέρα του ως μεταφραστής, κι ετοίμασε το μολύβι, και το λεξικό στη μασχάλη, για να πάρει σημειώσεις.
Μα ξαφνικά κατάλαβε πως η γλώσσα δεν ήταν Αγγλικά αλλά Ουγγαρέζικα! Χτύπησε λοιπόν την πόρτα του εργοδότη του για να του πει για το πρόβλημα, αφού έσιαξε επιμελώς τα παντελόνια του.
-Κύριε Νίκο! Έχουμε πρόβλημα. Η γλώσσα δεν είναι Αγγλικά αλλά Ουγγαρέζικα. Κι εγώ δεν σκαμπάζω λέξη από δαύτα.
Ο Νίκος πήρε επαγγελματικό υφάκι, φανερά εκνευρισμένος.
-Ε, αυτό είναι το πρόβλημα; Γράψε ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ και ΟΥΥΥΥΥ και ΩΩΩΩΧ κάτω να τελειώνουμε. Αυτοσχεδίασε και γράψε κάτω στο χαρτί αυτό που νομίζεις πως λένε, σύμφωνα με τα όσα κάνουν. Γι αυτό δεν σε πληρώνω; Βάλε φαντασία! Δεν θέλει να είσαι και καθηγητής πανεπιστημίου για να το καταλάβεις!!
... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
Τελείωσε λοιπόν κι εκείνη η πρώτη μέρα της δουλειάς και μετά από τρεις επίδοξες μεταφράσεις 'ντοκιμαντέρ', ο Γιάννης πήγε σπίτι με άλλη διάθεση. Ανάλαφρος. Κι είπε στη μάνα του πως δεν είναι μόνο μεταφραστής αλλά και ιστοριογράφος που αυτοσχεδιάζει, πως μετέφρασε κι έγραψε για τα παράξενα φαινόμενα που η επιστήμη δεν μπορεί να εξηγήσει, για τα τρένα που διασχίζουν όλη την Ευρώπη σε αστραπιαίες ταχύτητες, για τα παράξενα επιστημονικά φαινόμενα, για ιατρικά θαύματα και για άλλα πολλά και μεγάλα! Ακόμη και για τη Βουδαπέστη!
Έλαμψαν τα μάτια της μάνας τότε και καμάρωνε τον γιο σαν το γύφτικο σκεπάρνι! Τον είδε με το νου της να κάθεται σε μεγάλα γραφεία και να του ανοίγονται μπροστά του μεγάλες πόρτες. Κι όταν αργότερα τον ερώτησε για ποιο περιοδικό ή τηλεοπτικό κανάλι κάνει όλες αυτές τις μεταφράσεις, τότε ο Γιάννης σκέφτηκε λίγο και μετά της είπε με λίγη αμηχανία...
'Το... τρίτο... μάτι... '
και γράπωσε το δεκαχίλιαρο κουδουνίζοντας τα ψιλά του μέσα στη φόδρα της τσέπης του.
Text and photography by Marsia Bealby. All rights reserved. Title of picture: my favorite thing, ever...