Thursday, 4 June 2009




...Τι γλώσσα μιλούν στον παράδεισο;...

Πώς πέρασαν τόσοι μήνες; Ο χρόνος είναι πηγάδα με καθάριο νερό, μα ώσπου να αναβάσεις τον κουβά απάνω για να πιεις να ξεδιψάσεις, έχεις εξαντληθεί. Το Καλοκαίρι έχει καταφτάσει κι εδώ που είμαι. Η μέρα χαράζει νωρίς. Στις τρεις τα ξημερώματα ακούς τα πρώτα κελαηδήματα. Το πάρκο της γειτονιάς είναι όμορφο στολίδι της μικρής μας συνοικίας. Πηγαίνω εκεί πέρα και κάθομαι στο γρασίδι με το βιβλίο μου. Όπως κάναμε παλιά στο λιβάδι, θυμάσαι μαμά; Τότε που με μάθαινες ορθογραφία βάζοντας με να γράφω με το μολύβι μου τις λέξεις σειρά κάτω-κάτω στο τετράδιο, κρυμμένη ανάμεσα στις παπαρούνες - πολύ πριν χρησιμοποιήσω το στυλό, γιατί έλεγες πως το στυλό είναι για τα μεγαλύτερα παιδιά.
Το λιβάδι αυτό που με μεγάλωσε το είδα την τελευταία φορά που κατέβηκα στην Ελλάδα. Αναρωτιέμαι αν στεγάζει όνειρα άλλων παιδιών, όπως έκανε παλιά στα δικά μου τα όνειρα. Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε! Κοντά είκοσι χρόνια, κι από τούτα, τα τελευταία πέντε μιλάω ξένη γλώσσα μέσα στο σπίτι κι όταν κατεβαίνω στην αγορά. Δεν πειράζει, μου λες. Μόνο που στεναχωρήθηκα που δεν σας είδα όλους τώρα που κατέβηκα. Μερικοί είναι θαμμένοι από κάτω από τη γη, κι ας είναι πιο ψηλά απ' όλους μας τώρα για να μας κοιτάζουν και να μας προσέχουν. Κι ο θάνατος μια ξενιτιά πρέπει να είναι. Δεν ξέρω όμως τι γλώσσα μιλούν στον παράδεισο!

Text and photography by Marsia Sfakianou Bealby. All rights reserved. Title of picture: Cotteridge Park.

Tuesday, 9 September 2008





...Το γράμμα...


Γεια σου Χρυσούλα!

Σε θυμήθηκα με μεγάλη αγάπη εχθές και είπα να σου στείλω ένα γράμμα. Είδα στην τηλεόραση μια συνταγή για μελιτζάνες τουρσί, και είπα μέσα μου : αυτά δεν είναι τουρσί! Τα τουρσί της θείας της Χρυσούλας είναι τα πραγματικά τουρσί. Μελιτζάνες με το σκορδάκι τους και τα όλα τους, με καλό λάδι και ξίδι τοπικό, με σέλινο και πίκλες κάπαρης. Αχ! Ας είχα ένα πιάτο με τα τουρσί σου τώρα εδώ, φτιαγμένα από τα ευλογημένα τα χεράκια σου, Χρυσούλα!

Θυμήθηκα πως όταν ήμασταν μικρά έκανες τραπέζι για τη γιορτή του θείου του Αγίου Νικολάου ανήμερα, και τόσα πράγματα είχες μαγειρεμένα με τέχνη πάνω στο τραπέζι! Θυμάμαι το άσπρο τραπεζομάντιλο που μοσχοβολούσε προζυμένιο ψωμί. Την ρώσικη σαλάτα, το τζατζίκι, τους κεφτέδες, το μοσχάρι που ήταν τόσο μαλακό που κοβόταν με το κουτάλι, τις μελιτζάνες παπουτσάκια, τη σαλάτα με τρικαλίτικη τομάτα, τα παστίτσια... Φαγητά γεμάτα νοσταλγία για μένα, όλες αυτές τις μυρωδιές.... τι ωραία που τα έκανες όλα, Χρυσούλα! Μα το Θεό, έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια από τότε, και τα πέντε τελευταία τα έχω περάσει στη ξενιτιά, μα τα θυμάμαι όλα τα φαγητά σου ένα ένα. Όλα τα πιάτα τα σκεπασμένα με μικρά λευκά πετσετάκια να περιμένουν πάνω στην κουβέρτα του κρεβατιού στη κρεβατοκάμαρα την κατάλληλη ώρα που θα ανοίξει η πόρτα να σερβιριστούν, κι εγώ κρυφά να τρυπώνω στο δωμάτιο να δω τι έχεις ετοιμάσει! Επειτα τις γυναίκες να κόβουν το κρέας στη κουζίνα και να το σερβίρουν κι εγώ να κοιτάζω από μια γωνία. Τους άντρες να πίνουν και να καπνίζουν. Τον θείο τον Νικο τα ξύνει το πιγούνι του και να λέει από μέσα του μιαν προσευχή.

Καλά καλά δεν είχα ούτε το ύψος μερικών σπιθαμών και τα θυμάμαι όλα. Θυμάμαι και το σπίτι όπως ήταν τότε. Σε μια γωνία, πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, είχες ένα βάζο, που από μέσα του ξεπηδούσαν συνθετικές ίνες με άκρες φωτεινές που άλλαζαν χρώματα. Το βάζο γύρναγε γύρω-γύρω κάθε τόσο με μηχανισμό. Η όλη σύνθεση ήταν σαφώς μια από τις πρώιμες Χριστουγεννιάτικες διακοσμήσεις του σπιτιού σου. Έτσι το σπίτι δεν ήταν αστόλιστο για τους επισκέπτες στις 6 Δεκεμβρίου, αλλά ούτε και στολισμένο με τα συνηθισμένα στολίδια που θα έβαζες αργότερα, την παραμονή της Θείας γεννήσεως. Ήταν μόλις μέσα του 80.

Τόσες αναμνήσεις! Τις έχω πάρει μαζί μου εδώ, να τις λέω στα παιδιά μου κι αυτά στα παιδιά τους και στα εγγόνια τους!

Κάτι άλλες φορές θυμάμαι που κόβατε τουτουμάκια με τη γιαγιά και την Άννα στο πίσω δωμάτιο στο σπίτι του παππού. Με τα τουτουμάκια εννοώ και τα πραγματικά τουτουμάκια που χαράζατε στο λεπτοτσιγαρισμένο φύλλο με το μαχαίρι και μοσχοβολούσαν φρέσκο αλέυρι και αυγό, αλλά και το χαρτάκι που παίζατε. Γιατί παίζατε κι εκείνο το χαρτάκι με τον ρήγα και τον βαλέ, και μου λέγατε εμένα πως τάχα κόβατε τουτουμάκια στο πίσω δωμάτιο, για να σας αφήσω σε ησυχία και να μην το πω πουθενά παραέξω. Είχα δει και τα μπλοκ σας, που παίρνατε σημειώσεις για το πόσα κερδίζει και πόσα χάνει ο καθένας, και νομίζοντας πως ήταν μπλοκ ζωγραφικής είχα φτιάξει απάνω με τα μολύβια μου ένα ψάρι κι ένα καβούρι.

Εκείνα τα χρόνια τα θυμάμαι με μία νοσταλγία, αλλά κι ένα πόνο. Δεν ήμουν σίγουρη ότι ήμουν ευτυχισμένη τότε. Ήμουν ένα πολύ μοναχικό λυπημένο παιδί, στο σχολείο ο δάσκαλος πάσχιζε άδικα να μου βάλει τα βασικά μαθηματικά στο κεφάλι. Το σπίτι δεν το άντεχα. Με έπνιγε. Ήθελα να φύγω. Το φοβόμουν το σπίτι, κι έτρεχα να κρυφτώ μακριά του.

Πολλές φορές βρήκα το μπελά μου σαν παιδί. Μιαν μέρα έφυγα μετά το σχολείο, πήγα στο διαμέρισμα της οικογένειας μιας συμμαθήτριάς μου και ο παππούς με έψαχνε όλο το απόγευμα. Μιαν άλλη κόντεψα να βάλω φωτιά στο κτήμα με τα σπίρτα. Μου άρεσε η μυρωδιά του καμένου σπίρτου, αυτό είναι όλο. Άλλη μέρα είχα φτιάξει με το πατάκι της εξόδου και με κάτι καραβόσκοινα μια κούνια, και την κρέμασα από το κλαδί της λεμονιάς. Η κούνια άντεχε το βάρος μου τους πρώτους μήνες, αλλά όπως μεγάλωνα μια μέρα έσπασε το κλαδί που τη βάσταγε, κι εγώ σωριάστικα κάτω φαρδιά πλατιά μαζί με όλα τα λεμόνια. Ο παππούς ο Αντρέας σαν είδε τη ζημιά την άλλη μέρα δεν με μάλωσε. Πάγκαλος όνομα και πράγμα! Απλά εμάζεψε τα λεμόνια από τη γη, κι αφού μου τα έστειψε λεμονάδα για να μη πάνε χαμένα, επήρε μπογιά πράσινη κι έβαψε την πληγή του κομμένου κλαδιού πάνω στο δέντρο για να μην το φάνε τα μυρμήγκια.

Γράφω 'μυρμήγκια' και θυμάμαι τι έκανα κάθε τόσο στα κακόμοιρα τα ζώα. Άλλοτε τα τάιζα, κι άλλοτε τα πάταγα και τους χάλαγα τις μυρμηγκοφωλίες τους που ήταν μόνο δέκα μέτρα από την πίσω πόρτα του σπιτιού της γιαγιάς, δίπλα στο μονοπάτι. Άλλοτε τους έφτιαχνα πόλεις και τους έδινα νερό από τη βρύση σε σπασμένους πάτους μπουκαλιών κι άλλοτε τα τάιζα στα σκαθάρια. Το ίδιο έκανα και στα σαλιγκάρια. Γενικά άφηνα όλα τα ζούδια του θεού να ανέβουν απάνω στα χέρια μου και να με τσιμπήσουν με τις δαγκάνες και τις κεραίες τους.

Μιαν άλλη μέρα ήμουν τόσο απορροφημένη στο παιχνίδι μετά το σχολείο ώστε ξεχασα να γυρίσω σπίτι. Πέρασα όλο το απόγευμα κάτω από τη πορτοκαλιά στη πίσω μεριά του κτήματος, σερβίροντας στις κούκλες μου λασπόπιττες, και μόνο το βράδυ έκανα αισθητή την παρουσία μου στη γιαγιά. Ο Σταύρος ήταν εμφανώς ενοχλημένος και με αγρίεψε με τις φωνές του, φοβήθηκα πολύ. Πήγα πάλι στον παππού που με μάζεψε, για άλλη μια φορά με παρηγόρησε. Το θυμάσαι το ποδήλατο του παππού; Λεγόταν 'ο γέρος', ήταν μάυρο, ψηλόλιγνο και κλασσικού τύπου ποδήλατο. Που να είναι τώρα;

Τα καλοκαίρια τα περνάγαμε στα τρίκαλα, για να μας ανοίξει η όρεξη από τον καθαρό αέρα του βουνού. Το κτήμα μπροστά στο ξενοδοχείο έιχε φυτεμένες τοματίες, κολοκυθιές, καλαμπόκια, και πολλά άλλα αγαθά. Ο παππούς τα πρόσεχε με μεγάλη φροντίδα, νωρίς κάθε πρωί. Κάτι φορές έμπενε στο κτήμα η γίδα του γερόγκέρκη, αυτού που με τον γιο παίζαμε μαζί στρατέγκο. Από τη γίδα εκείνη ήπιαμε το γάλα όταν έσκασε το τσέρνομπιλ, πριν το ανακοινώσουν ακόμα οι ειδήσεις. Θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά του γιδίσιου γάλακτος να βράζει στο τσουκάλι πάνω στο μάτι της φωτιάς, και τον θόρυβο που έκαμε η φυάλη του γκαζιού σαν έβαζες φωτιά για μαγείρεμα.

Τελικά, σε εκείνη την εποχή που έχω ονομάσει 'τα δύσκολα χρόνια' για πολλούς και διάφορους λόγους, εκεί που έλεγα πως είμαι αταίριαστη και δεν πρόκειται κανείς να με αγαπήσει, αγάπησα εγώ τον μικρό Κωστάκη, 10 χρόνια έχοντας κρυφό έρωτα γι αυτόν μέσα μου. Όταν αργότερα, στα μέσα του 90, του είπα πως ένιωθα, αυτός δεν γύρισε ούτε που να με κοιτάξει, μα ήρθε μια μέρα και με βρήκε η μάνα του και μου είπε να μείνω μακριά από τον γίο της τραβώντας μου το αυτί. Τι τραγωδία θεέ μου. Τι άσχημος τρόπος να περάσει κανείς μια εφηβεία! Ούτε ρομάντζα, ούτε τίποτα! Όύτε ελπίδα ακόμα. Κι ήταν εκείνη η μοναξιά μου στην εφηβεία μου και στα μετέπειτα φοιτητικά μου χρόνια, που τόσο με πονούσε, που στο τέλος με αυτοεξόρισε για να έρθω εδώ που ήρθα τώρα.

Μια μέρα θα έρθω στην Ελλάδα να σε δω, Χρυσούλα, να τα πούμε από κοντά. Θα σου φέρω και τσάι αγγλικό, να το πίνεις και να με σκέφτεσαι, όταν θα ξαναφύγω. Είναι ευεργετικό το αγγλικό τσάι, κάνει καλό στο έντερο.

Βροχές δεν είχε φέτος, μου είπε η μαμά. Κρίμα το καημένο το περβόλι. Τα δέντρα τα πονάω ένα ένα στο σπίτι της γιαγιάς. Θα τα πνίξουν τα κίτρινα σπαρτά. Αν και πολλά πορτοκάλια και λεμόνια, πολλές ελιές κα πολλά ραδίκια δεν έκαμε η γη φέτος, έτσι μου είπαν. Εκείνη η Ελλάδα φτωχαίνει ολοένα, και μαζί με τα αγαθά της γης της φτωχαίνουν και οι πολίτες της.

Δώσε πολλά φιλιά στα παιδιά σου και στα εγγόνια σου. Τα εγγόνια σου θα έχουν γίνει λεβεντόπαιδα τώρα, τα θυμάμαι που ήταν μωρά. Αν πας μέχρι την εκκλησία άναψε μου ένα κερί. Έχουμε κι εμείς εδώ τον Άγιο Αντρέα και πάω.

Να σας προσέχετε όλους

Μάρσια



Text and photography by Marsia Sfakianou Bealby. All rights reserved. Title of picture: Lichfield coffee shop.

Friday, 22 August 2008




... Το δεκαχίλιαρο...

-Τα αγγλικά σας πως είναι, κύριε Γιάννη;

-Ε, καλά.

-Όταν λέτε καλά, εννοείτε καλά, ή ... καλούτσικα;

-Έτσι.

Ο Γιάννης είχε εμφανώς αρχίσει να χάνει την υπομονή του. Είχε σχεδόν χλωμιάσει, τόσο πολύ που ήταν μόλις στα 23 του και του ανέβαινε η πίεση μέχρι τον θεό. Στραβοκατάπιε. Έπειτα σταυροκοπήθηκε με την γλώσσα του να κάνει το σχήμα του σταυρού, μέσα στο στόμα του, όχι στα φαναρά. Ντρεπόταν που τα αγγλικά του ήταν ακόμα σε επίπεδο αλφαβήτας και στα βασικά (τόσο βασικά ώστε να καμακώνει τις τουρίστριες τα Καλοκαίρια και να φέρνει κανέναν ξένο πελάτη στο μπακάλικο του θείου του) και δεν ήθελε να πει την αλήθεια. Αλλά τι να κάνει...

Επιβάλλεται οι φτωχοί καμιά φορά να λένε και λίγα ψέματα, για να τους βοηθήσει και η τύχη η ίδια δηλαδή... Να, και ο Γιάννης Αγιάννης είχε κλέψει μια φραντζόλα ψωμί κάποτε στα όρια της φτώχειας του, κι όμως άγιασε με τη βοήθεια ενός επισκόπου, κι ας έφαγε είκοσι χρόνια στη στενή. Ουδείς αναμάρτητος, δεν δίδαξε και το κατηχητικό;

Όλα αυτά σκεφτόταν και παρηγορήθηκε. Εξάλλου η δουλειά του μεταφραστή είναι μια τίμια δουλειά. Και ακούγεται τόσο γοητευτική και καλοπληρωτή, αυτό που το βάζεις;

Οπλίστηκε με λίγο θάρρος ακόμα και είπε:

'Αν μου έχετε ένα λεξικό δίπλα μου θα τα καταφέρω μια χαρά'.

Ο Νίκος τον καθησύχασε.

-Εχουμε το Oxford Dictionary και το Papyrus Larus, να, εδώ στο γραφείο. Χρησιμοποίησε τα όποτε θέλεις. Τα πήρα από τα κουπόνια της εφημερίδας.

'Δεν είναι δύσκολο να κάνετε αυτή τη δουλειά', του είπε μετά. 'Αν συμφωνείτε, μπορείτε να αρχίσετε από αύριο. Η δουλειά έχει ζήτηση και πρέπει να προλάβουμε τις γιορτές των Χριστουγέννων. Τότε οι πωλήσεις μας ανεβαίνουν κατακόρυφα αφού ο κοσμάκης παίρνει το δώρο και τα έξτρα επιδόματα'.

Δώσανε τα χέρια. Σαν δυο καλοί παλιοί συνάδελφοι. Ξεχάσανε και τους πληθυντικούς. Ο Γιάννης μετά από λίγο έκλεισε την πόρτα του γραφείου πίσω του, αφού αποχαιρέτησε το καινούριο του αφεντικό.

Όπως περίμενε στη στάση, για να πάρει το λεωφορείο από την πόλη για το χωρίο, τα ζύγιασε τα πράγματα με το νου του. Και για πρώτη φορά χαμογέλασε! Έλαμψε το πρόσωπό του ολόκληρο! Επιτέλους θα πάει στη μάνα του περήφανα, με ψηλά το κεφάλι, και θα της πει πως έπιασε την πρώτη του δουλειά ως μεταφραστής. Με καλά λεφτά! Και ποσοστά ανάλογα με τις πωλήσεις. Να γελάσει και της κακομοίρας της μάνας του το αχειλάκι, που έχει πάθει αγκύλωση από τότε που τους κάηκε το κτήμα στο βουνό.

... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...

Το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί από χαρά αλλά κι από αγωνία. Από αύριο θα έφερνε ψωμί στο σπίτι. Θα ήταν ο κύρης του σπιτιού. Ακόμη και η μάνα του είχε κλάψει από συγκίνηση και ευτυχία, που όλοι οι κόποι που είχε καταβάλλει ο γιος της να τελειώσει το εξατάξιο δεν είχαν πάει χαμένοι. Άσε τα χρήματα που είχε πληρώσει στη Κατίνα του Μαρκελά για να του μάθει Αγγλικά. Αλλά τελικά, είδες; Όλα τα έξοδα άξιζαν. Μέχρι που και στις γειτόνισσες είπε για την καινούρια δουλειά του Γιάννη, να σκάσουν από τη ζήλεια τους, και να ακουστεί και η είδηση στα μέρη τους μέσα από τα κουτσομπολιά μπας κι ο γιος της τσιμπήσει και καμιά καλή νύφη. Ώρα του ήταν. Τώρα μάλιστα θα γινόταν και περιζήτητος γαμβρός!

Μόνο που δεν έχει ρωτήσει τι θα μεταφράζει, θυμήθηκε ο Γιάννης. 'Περιοδικά και εφημερίδες', σκέφτηκε. 'Τι άλλο μπορεί να πουλάει τόσο καλά τα Χριστούγεννα; Ίσως και βιβλία...'

... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...

Να σου, την άλλη μέρα, καλοντυμένος, με γραβάτα και κοστούμι, στο γραφείο του Νίκου για την πρώτη του μέρα στη δουλειά. Επτά το πρωί, ακριβώς, όπως του είχε ζητηθεί.

Ο Νίκος ξεκλείδωσε τη πόρτα και τον έμπασε μέσα. Τον καλημέρισε και τον κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια. 'Βλέπω ντύθηκες για την περίσταση', του είπε και του χαμογέλασε. 'Κόπιασε!'

Ο Γιάννης για μια στιγμή αισθάνθηκε ο άρχων του κόσμου όλου. Οι δόξες του στο επάγγελμά του, οι μισθοί που προσδοκούσε, η προαγωγή του, οι δημοσιεύσεις και μεταφράσεις του... όλα όσα φανταζόταν δηλαδή πως θα ακολουθούσαν στο λαμπρό εργασιακό το μέλλον, έλαμπαν στο μυαλό του ολοφώτεινα, σαν τη μπριγιαντίνη των μαλλιών του.

Ο Νίκος του έδειξε μια πόρτα. 'Από δω είναι το γραφείο σου', του είπε. 'Παρακαλώ, πέρασε!'

Το γραφείο ήταν απίστευτα μικρό. Σαν κλουβί. Ένα τραπέζι και μερικά φύλλα χαρτιού πεταμένα επάνω κι ένας παμπάλαιος υπολογιστής, με την οθόνη να φωσφορίζει και να τρεμοπαίζει. Το όνειρο του Νίκου εμούδιασε λιγάκι, όταν τα είδε όλα αυτά. Μαζί μούδιασαν και τα πόδια του. Αλλά προχώρησε.

'Ετούτη τη τηλεόραση τη βλέπεις;' του είπε ο Νίκος. 'Να, εδώ θα βλέπεις τις κασέτες. Σε αυτό το βίντεο. Πάρε και το λεξικό, μπας και χρειαστείς να ψάξεις καμιά λέξη που δεν καταλαβαίνεις. Ας σε αφήσω λοιπόν να κάνεις τη δουλειά σου. Διάλειμμα θα κάνεις σε ένα τρίωρο από τώρα. Δεν πληρώνεσαι για να κάθεσαι! Όπως είπαμε! Οι πελάτες περιμένουν!'

Ο Γιάννης κάθησε στη καρέκλα και έβαλε την πρώτη κασέτα στο βίντεο. Για μια στιγμή σκέφτηκε πως μάλλον θα επρόκειτο για ντοκιμαντέρ του National Geographic. Τι άλλο; Αυτά δεν είναι στα Αγγλικά;
Εξού κι ο τίτλος: Trip to Budapest.

'Καλά το φαντάστηκα', σκέφτηκε ο Γιάννης. Κι έγραψε κάτω στο χαρτί, με μεγάλα αραιά γράμματα: ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΒΟΥΔΑΠΕΣΤΗ.

Έπειτα, στη ταινία βγήκε μια κοπέλα, όχι από αυτές τις σεμνές που συναντάς τις Κυριακές στην εκκλησία. Κι ένας τύπος άσχετος. Μαζί κάνανε διάφορα, αυτός την μαστίγωνε κι αυτή χαμογελούσε σα σταρ, να φαίνονται τα δόντια της σα λαμπερά μαργαριτάρια.

Γούρλωσε τα μάτια του ο Γιάννης, μερικώς από έκπληξη και μερικώς από ενδιαφέρον. Τέτοιο πράγμα δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του. Τέτοια ήταν η ομορφιά της Βουδαπέστης! Ασύλληπτη! Μέχρι που το όλο θέμα της δουλειάς ξεχάστηκε. Μόνο όταν φτάσανε οι δύο γδυτοί πρωταγωνιστές στους υποτυπώδεις διαλόγους ο Γιάννης θυμήθηκε τη λαμπρή καριέρα του ως μεταφραστής, κι ετοίμασε το μολύβι, και το λεξικό στη μασχάλη, για να πάρει σημειώσεις.

Μα ξαφνικά κατάλαβε πως η γλώσσα δεν ήταν Αγγλικά αλλά Ουγγαρέζικα! Χτύπησε λοιπόν την πόρτα του εργοδότη του για να του πει για το πρόβλημα, αφού έσιαξε επιμελώς τα παντελόνια του.

-Κύριε Νίκο! Έχουμε πρόβλημα. Η γλώσσα δεν είναι Αγγλικά αλλά Ουγγαρέζικα. Κι εγώ δεν σκαμπάζω λέξη από δαύτα.

Ο Νίκος πήρε επαγγελματικό υφάκι, φανερά εκνευρισμένος.

-Ε, αυτό είναι το πρόβλημα; Γράψε ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ και ΟΥΥΥΥΥ και ΩΩΩΩΧ κάτω να τελειώνουμε. Αυτοσχεδίασε και γράψε κάτω στο χαρτί αυτό που νομίζεις πως λένε, σύμφωνα με τα όσα κάνουν. Γι αυτό δεν σε πληρώνω; Βάλε φαντασία! Δεν θέλει να είσαι και καθηγητής πανεπιστημίου για να το καταλάβεις!!

... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...

Τελείωσε λοιπόν κι εκείνη η πρώτη μέρα της δουλειάς και μετά από τρεις επίδοξες μεταφράσεις 'ντοκιμαντέρ', ο Γιάννης πήγε σπίτι με άλλη διάθεση. Ανάλαφρος. Κι είπε στη μάνα του πως δεν είναι μόνο μεταφραστής αλλά και ιστοριογράφος που αυτοσχεδιάζει, πως μετέφρασε κι έγραψε για τα παράξενα φαινόμενα που η επιστήμη δεν μπορεί να εξηγήσει, για τα τρένα που διασχίζουν όλη την Ευρώπη σε αστραπιαίες ταχύτητες, για τα παράξενα επιστημονικά φαινόμενα, για ιατρικά θαύματα και για άλλα πολλά και μεγάλα! Ακόμη και για τη Βουδαπέστη!

Έλαμψαν τα μάτια της μάνας τότε και καμάρωνε τον γιο σαν το γύφτικο σκεπάρνι! Τον είδε με το νου της να κάθεται σε μεγάλα γραφεία και να του ανοίγονται μπροστά του μεγάλες πόρτες. Κι όταν αργότερα τον ερώτησε για ποιο περιοδικό ή τηλεοπτικό κανάλι κάνει όλες αυτές τις μεταφράσεις, τότε ο Γιάννης σκέφτηκε λίγο και μετά της είπε με λίγη αμηχανία...

'Το... τρίτο... μάτι... '

και γράπωσε το δεκαχίλιαρο κουδουνίζοντας τα ψιλά του μέσα στη φόδρα της τσέπης του.



Text and photography by Marsia Bealby. All rights reserved. Title of picture: my favorite thing, ever...

Wednesday, 6 August 2008




...Το κουστούμι...

Το άσπρο κουστούμι είχε μια γοητεία μοναδική. Ήταν φτιαγμένο από κασμίρι και κεντημένο με μονογράμματα σε μια γλώσσα που δεν μιλιέται και δεν υπάρχει... τόσο εξωτικό ήταν, τόσο έξοχης ποιότητας. Μύριζε αρώματα πρωτόγνωρα, από τριαντάφυλλα που έχουν ανθίσει στους κήπους αυτοκρατόρων, από λεβάντα που -ω του θαύματος- φύτρωσε στις στέγες των πιο υψηλών καμπαναριών, από αρμπαρόριζα που ωριμάζει στα βάζα μέσα στα γλυκά του κουταλιού.

Αψεγάδιαστο, ατσαλάκωτο, με τα κουμπιά του να γυαλίζουν στο φως σαν μικρά διαμάντια από τις μακρινές Ινδίες. Ακούραστα νεανίζον, με τον γιακά του να υπακούει στους συρμούς και νεωτερισμούς που έρχονται από τα Παρίσια και τις Βαγδάτες. Κομψό και λιγνό σαν Βαυαρός λόρδος. Περήφανο κουστούμι, σαν διπλωμάτης της μακρινής Μιλήτου. Τόσο ξένο ένδυμα πολυτελείας μα παράλληλα τόσο Ελληνικό, με την γλυκύτητα του αέρα του πρώτου μελτεμιού που χάιδευε κάθε χρόνο τις ακτές των Κυκλάδων.

Αφημένο, ή μάλλον, σχεδόν πρόχειρα ριγμένο πάνω στην παλιά ξύλινη καρέκλα, το κουστούμι παρακολουθούσε τη σκιά του στο διάβα του καλοκαιριάτικου απογεύματος. Στην αρχή σχεδόν έπαιζε μαζί της. Έπειτα τη φλέρταρε. Πιο αργά, εκτίμησε για μια στιγμή την ωραιότητά του, ένιωσε ποθητό κι έπαιρνε θάρρος. Το μαύρο μακρύ της φόρεμα, που καθρεπτιζόταν πάνω στο πλακόστρωτο, σαγήνευσε τη χλωμή του ύπαρξη.

Ήταν αναπόφευκτο. Η σκιά του η ίδια πράγματι το είχε ζαλίσει. Τα μαύρα μάτια της το ποθούσαν και το μεθούσαν ολοένα και περισσότερο. Τελικά το κουστούμι, αργά και θεατρικά, τη ζήτησε σε χορό, έπειτα έπιασε τα χέρια της μέσα στα μπατζάκια του και στροβιλιζόταν γύρω της στο πέρασμα της ώρας, έτσι όπως ο ήλιος έτρεχε στο ουράνιο στερέωμα.

Η ώρα πέρασε. Νύχτωνε. Η σκιά θόλωσε. Το κουστούμι ήξερε πως όλα θα τελειώσουν με τη δύση, και πως η ερωμένη του, και συνοδός του στα βήματα του βαλς, θα χανόταν με τον ερχομό του σκότους.

Ήταν όμορφο. Λίγο ντροπαλό, αλλά όμορφο κουστούμι. Κι έκανε χρήση του δικαιώματός του να αγαπήσει για λίγο την παράξενη γυναίκα με το μαύρο πλουμιστό φόρεμα. Καμιά προτοτυπία δεν έχει αυτή η αγάπη. Ένα κουστούμι και η σκιά του που αγαπιούνται. Δεν είναι παράνομο για ένα κουστούμι να αγαπήσει, είναι; Εξάλλου κάθε πράγμα σε ετούτο τον κόσμο, όπως και να το δεις, έχει δυο πλευρές, μια αντρική και μια γυναικεία. Η αντρική κραυγάζει με κόκκινο ληρί, η γυναικεία γλυκολαλάει. Η αντρική διαλέγει τη λογική,η γυναικεία παραμιλά από συναίσθημα. Τόση διαφορετικότητα, μα συνάμα τόση αγάπη. Κι όλες οι αντίρροπες πλευρές των πραγμάτων συναντώνται για λίγο στο φως μα τα βράδια ξενοκοιμούνται.


Text and photography by Marsia Bealby. All rights reserved. Title of photograph: Empty chairs. Picture taken in Lichfield UK.

Thursday, 3 July 2008



...Ο χορός...


Ο χορός είναι μια ατομική προσέγγιση του λόγου που εκφράζεται δημοκρατικά και μετρημένα αλλά και άναρχα, και πολλές φορές με παροξυσμούς. Με βάση αυτό τον συλλογισμό κάθε κίνηση στον χορό είναι μια λέξη, άλλοτε ένα επιφώνημα κι άλλοτε μια στιγμή κι ένα κόμμα. Όμως ο χορός, όπως κι ο λόγος, περιέχουν κινδύνους: διότι πολλές φορές ο χορός μας ερμηνεύεται όχι ως αυτό που στα αλήθεια θέλουμε να πούμε αλλά σαν αυτό που επιθυμήσουν τα μάτια των άλλων να δουν και τα αυτιά τους να ακούσουν. Από αυτό συνεπάγεται μια έκρηξη συναισθημάτων, που πηγάζει τόσο μέσα από την κίνηση του χορευτή όσο και μέσα από την αντίληψη του θεατή. Αυτή είναι η μαγεία του να χορεύεις. Η ελευθερία που απεγκλωβίζεται μέσα από τα κύτταρά σου.

Text and photography by Marsia Bealby. All rights reserved.
Title of picture: the houseboat in Amsterdam

Wednesday, 25 June 2008


Το μπράντυ


Οι χτύποι της καρδιάς σου είναι δεμένοι πάνω σε ξυλοπόδαρα. Όταν περπατούν, αφήνονται να χτυπήσουν το τσιμέντο και να αντηχήσουν κρότο. Μια μικρή στιγμή εμπειρίας αρκεί για να τους προσγειώσει και να τους πετάξει κατάχαμα.
Βοήθησέ με να σηκωθώ, θα σου φωνάζουν. Κι εσύ θα παίρνεις το βλέμμα της αυταρέσκειας. Μαζεύεις ότι δεν έχει κι έχει απομείνει. Το μπράντυ στο ποτήρι σε ποτίζει ανάμνηση.
Το πίνεις πάντα με μιας όλο, για να μην σου καίει την ύπαρξη.
Θα σου χρησίμευε μια κραυγή απόψε, έλεγες. Μια κραυγή, ένα σπίρτο κι ένα όνειρο.
Ένα σπίρτο για να κάψεις τα τελευταία αποκαΐδια της ψυχής σου.
Μια κραυγή για να βρεις το κουράγιο να οπλίσεις τα χέρια σου να το κάνεις.
Κι ένα όνειρο...Για να μπορείς να γλεντήσεις την μιζέρια της αυτοκαταστροφής σου με θρίαμβο.

Text and photography by Marsia Bealby. All rights reserved. Picture taken in Amsterdam.

Wednesday, 16 April 2008





...προσευχή...


Από τότε που ο πρώτος άνθρωπος στάθηκε στα δυο του πόδια, η προσευχή έγινε ο κατακόρυφος άξονας του χρόνου. Οριζόντιος άξονας του χρόνου έγινε η ελπίδα.

Ο άνθρωπος προσευχήθηκε για διάφορα: για να φέρει φαγητό ανάμεσα στα δόντια του, για να δαμάσει τα καιρικά φαινόμενα, για να διατηρήσει τη φωτιά που σιγόκαιγε, για να εξηγήσει τις κινήσεις των αστεριών. Αυτό που ο άνθρωπος ποτέ δεν μπόρεσε να αναλύσει, είναι το γιατί η προσευχή είναι πάντοτε ευχή συνοδευόμενη από τρόμο, σχεδόν κατάρα. Όταν εύχεσαι κάτι φοβάσαι, κι αυτό που φοβάσαι περισσότερο είναι μήπως η ευχή σου δεν βγει αληθινή, κι ετούτος ο φόβος δεν απορρέει από την αμφισβήτηση ή όχι του θεού των θεών σου... αλλά από τον φόβο μην εξαπατήσεις τα ίδια σου τα πιστεύω και καταρρεύσει ολόκληρο το σύμπαν του εαυτού σου.

Ο εργάτης φτυαρίζει το χώμα, ο φούρναρης φουρνίζει το ψωμί, η υφάντρα υφαίνει στον αργαλειό, κι όλα τούτα είναι προσευχή. Ναι, κι η ιερόδουλη την προσευχή της κάνει.

Τι δεν είναι προσευχή;

Προσευχή δεν είναι η αθανασία γιατί η αθανασία έχει όρια που η προσευχή δεν μπορεί να σεβαστεί.

Κι η προσευχή έχει ηθική;

Όχι, την έχει χάσει γιατί κι η προσευχή πουλιέται κι εξαγοράζεται στο παζάρι της μοίρας.

Μα τι είναι προσευχή;

Προσευχή είναι η μηδαμινότητα του εαυτού μας σε συνάρτηση με την παντοδυναμία ενός θεού.

Προσευχή είναι η εξουσία των υπεραισθήσεών μας και κυρίως της διαίσθησης.

Προσευχή είναι η αυταπάρνηση του λογικού και η αποδοχή του παραλογισμού του τυχαίου.

Και προσευχή είναι η ανάσα η ίδια. Από προσευχή είναι κάθε πνοή φτιαγμένη.


Text and photography by Marsia Sfakianou. All rights reserved. Picture taken in Sheffield.

Tuesday, 19 February 2008




...Στο φως του κεριού...

'Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο...'
μου είπε...

Έσβησα το φως και άναψα ένα κερί. Η φλόγα τρεμόπαιζε εκνευριστικά, μαζί με την υπομονή μου. Και πάλι, η εμπειρία του πάθους θα μπορούσε κάλλιστα να είναι τρομακτική για την ηρεμία της ψυχής μου.

Γονάτισε στο κρεβάτι μου, ξεκούρασε την πλάτη της στον τοίχο, έδεσε τους καρπούς της με την δερμάτινη ζώνη μου και τοποθέτησε τα χέρια της ορθά πάνω από το κεφάλι. Απλά.

Στεκόταν εκεί, μπροστά στα μάτια μου, λεία έτοιμη να κατασπαραχτεί από το θηρείο, θύμα έτοιμο να πιαστεί στη παγίδα. Παρά λίγο μόνο. Στο φως του κεριού, ο ίσκιος της ζωγράφισε μια εικόνα στο πάτωμα, κι άλλη μια στην επιφάνεια της καρδιάς μου. Η εικόνα η ίδια ήταν μια παραμόρφωση που έπαιρνε την μορφή πηγαίων διαστάσεων, πελωρίων μαύρων τεράτων με ουρλιαχτά εκνευρισμού που κατέληγαν στον έντονο παλμό μου. Για μια στιγμή το μελέτησα. Αδίστακτος. Αυτό ήμουν. Το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς είχε απελευθερώσει τους δάιμονες της σαρκικής επιθυμίας έξω από το σώμα μου, και τώρα συστηνούμουν μπροστά σε όλα τα δαιμόνια και τελόνια και τους έκανα υποκλήσεις.


Text and photography by Marsia Sfakianou. All rights reserved. Photography taken at Warwick castle.

Monday, 11 February 2008





...ρητό...

Σου εμήνυσαν τα χρόνια πως ελάθεψες
κι έχεις καιρό ακόμα
μα όχι για να θεριέψεις δόκανα.
Εξύπνησαν κι οι παραισθήσεις που ανάθρεψες
κι έχεις φωνή ακόμα
μα όχι για να πεις πως πρόκανα...


Text and photography by Marsia Sfakianou.
All rights reserved.

Saturday, 9 February 2008



...Ηφαίστειο...


Οι βλέψεις μου
έμειναν μετέωρες
σε ορίζοντες τρεμάμενους.
Εικονική πραγματικότητα τέφρας
που απλώνεται
μαύρο μετάξι φόρεμα.


Ξεμούδιασα τα πόδια μου
τένοντες σε νέες τροχιές
αρμοί διαστολής
αυταρέσκεια κι εγωκεντρισμός
επεκτατισμός του χρόνου.

Ηφαίστειο
υπαίτιο
υποψία
βιοψία

Όριο ηλικίας
μιας ώριμης στιγμής;


Text and photography by Marsia Sfakianou.
All rights reserved.

Friday, 8 February 2008




...Αλήθεια;...

-Εντάσσεσαι κι εσύ στο φαινόμενο της αυταπάτης;

Στο φαινόμενο εκείνο που κουρελιάζει την λογική σου;

Χμ, η αυταπάτη είναι η επιθυμία σου μα η επιθυμία σου είναι αυταπάτη.

-Δηλαδή;

Δηλαδή τι;

-Είσαι ή δεν είσαι ψεύτικος; Άρα οι αυταπάτες σου είναι κίβδηλες, ουτοπικές, σχεδόν ακατανόητες από την παραμικρή απόπειρα επιστήμης.

-Και λοιπόν;
Είναι κακό να είσαι ψεύτικος;

Τι εννοείς; Είναι δηλαδή κακό κάποιος να είναι ονειροπόλος;

-Όχι, με παρεξήγησες. Για τους ονειροπόλους υπάρχει θέση αλλά πρέπει να περιμένουν σε ουρές χιλιομέτρων...

-Και λοιπόν;

-Για τους ψεύτικους δεν υπάρχει.

-Αλήθεια;


Text and photography by Marsia Sfakianou. All rights reserved. Photograph taken at Luxor, Egypt.

Καλλιτεχνικό γυμνό



Το παρελθόν, όλο το παρελθόν, είναι εκείνος ο άνεμος που κάνει το πράσινο των ματιών της να φαίνεται πιο αχνό από ποτέ...το ίδιο το αγέρι εκείνο που αποκαλύπτει την επιφάνεια της σαρκός της ξεφλουδίζοντας το δέρμα της και κουδουνίζοντας ανάμεσα στα κόκαλά της. Ονομάζεται "φιλτραρισμένη αθωότητα" αλλά δεν είναι τόσο αθώα όσο νομίζεις... του είπε.

Γέλασε δυνατά και το γέλιο της κατέληξε σε ένα της χαμόγελο. Δεν έκανε τη παραμικρή προσπάθεια να μεταμφιέσει τον σαρκασμό της προσποίησης και αξιοπρέπειάς της. Θα μπορούσε να του δώσει τα πάντα, οτιδήποτε, γι αυτό το λεπτό να διαρκέσει.

Η εντροπή της γύμνιας της ξεθώριασε.

-Άγγιξε με!
-Δεν μ' αφήνει.

"Κάποιος που να μπορείς να αγγίξεις" είναι μια πολύ σκληρή φράση. Ακούγεται ιδιαίτερα άδεια μα είναι γεμάτη με λυγμό μέσα της.

Η απόσταση και η κατεύθυνση τώρα πια έχουν χαθεί.
Το μολύβι σκιτσάρει χορεύοντας στο χαρτί.


Text and photography by M.Sfakianou. All rights reserved.

Thursday, 7 February 2008

Η φαντασία της ακουαρέλας




Τι είναι το γυμνό στην τέχνη;
Τι είναι η τέχνη στο γυμνό;

Είναι εκείνο που ο ζωγράφος θέλει να δει και να σκιτσάρει η εκείνο που το μοντέλο του θέλει να κρύψει;

Τι μπορείς να δεις όταν σκιτσάρεις τη γύμνια μου;

Μπορω να δω τα αγέννητα παιδιά σου να διψουν για να αναδυθηθούν από την αφάνεια στην ύπαρξη. Μπορώ να δω τα αναδιπλώματα των αισθημάτων σου στα αναδιπλώματα της σάρκας σου.
Τις καμπύλες του σώματός σου, τα κύμματα του σφυγμού σου, τις μικρές παγίδες που στήνει η ανατομία σου μέσα στο νου μου. Τις φλέβες της ματαιοδοξίας, αυτό μπορώ να καθρεφτίσω επάνω σου.

Αυτό μπορώ να δω όταν απλώνω τα μάτια μου επάνω σου. Κι έχουν τα μάτια μου το δικαίωμα να αναπηδήσουν στα υψηλώτερα σκαλοπάτια της μορφής σου;
Το χαμόγελο που πρέπει να κρατά τα μάτια κλειστά...αυτό το χαμόγελο, έχει το δικαίωμα να γευτεί την άλμη του φιλιού σου;

Κι πως θα κοιμηθείς απόψε, τώρα που τολμάς και προδίδεις τα οπτικά σου νεύρα;

Το αρωμά μου παγιδεύτηκε στην φαντασία της ακουαρέλας σου.


Τα πνευματικά δικαιώματα του κειμένου και της φωτογραφίας παρακρατούνται από τη M.Sfakianou.

Monday, 1 October 2007

cinder toffee




Είναι οι μικρές ηφαιστειακές εκρήξεις.
Τομή σύρριζα, αυλάκι ανάσας.
Τις φιλάς σταυρωτά γιατί τις φοβάσαι.
Αδέξια τις μαλώνεις με φωνή δίχως λόγο.

Οι καίριες απιστίες δικάζουν.
Στις καρέκλες σου καθίζεις μια ανάληψη ευθύνης.
Κατάλογος ενταφιασμένων ελπίδων.
Κλεισ'τα μάτια σου.
Διάλεξε κατακρήμνισμα επιφανείας.

Text and photography by Marsia Sfakianou. All rights reserved.

Monday, 17 September 2007

Ο παθώς μαθώς (...ή...μια μικρή ιστορία τρέλλας)





Τυχαία. Η τυχαιότητα των γεγονότων έχει μια απεριόριστη γοητεία. Συναρπάζει. 'Εμείς δεν εμπιστευόμαστε τις συναστρίες, σκέφτεται. Δεν θέλω όμως να αργήσω και στο ραντεβού μου με το πεπρωμένο μου. Η ευγένεια απαιτεί να το κυνηγήσω, όπου κι αν πάει'.

Αυτός είναι ο Μάκης. ΑΑΑ, Αρενωπός, γοητευτικός, ιατρός ετών 55, κινητά και ακίνητα περιουσιακά...έτσι δημοσίευσε (για να πάει η αγγελία στις πρώτες πρώτες στα προσωπικά). Έκρυψε περίπου μια δεκαετία.

Κοίταξε το ρολόι του. Ώρα τρεις και δεκαπέντε και εικοσιδύο δευτερόλεπτα. Εικοσιδύο δευτερόλεπτα έχουν σημασία. Είναι για μερικούς μια ζωή ολόκληρη. Γι αυτό οι καιροί δεν περιμένουν, σκέφτεται. Κι είναι καιρός να κάνει κάτι για τη μοναξιά του.

'Λοιπόν;' Έφτιαξε το κολάρο του, το ίσιωσε με μια άτσαλη γκριμάτσα. Έβηξε. 'Τίποτα το σπουδαίο. Μόνο γαργάρες με αλατόνερο'.

Αφού συνταγογράφησε κάτι πομάδες έκανε να φύγει. Βιαζόταν. Τον περίμενε η γυναίκα στην Γλυφάδα. Στη σκέψη της ίσιωσε την χωρίστρα στα μαλλιά του. Να φαίνονται περισσότερα, να φαίνεται πιο νέος. Άνοιξε την πόρτα με το ύφος του κατακτητή. Μια πελώρια κατσαρίδα τον κοίταξε κι έσκουζε. 'Κι όπως είπαμε, έτσι; Δις ημερησίως', είπε στη γριά.

Περπάτησε μερικά μέτρα, άφησε το στήθος του να χαλαρώσει, τόσο καιρό είχε να ακούσει την καρδιά του να χτυπάει τόσο γρήγορα. Επιτάχυνε. Μπήκε στο τρένο, βγήκε από το τρένο. Μετά στο λεωφορείο. Ατελείωτη του φαινόταν η διαδρομή. Όπου να ναι έφτασε.

Ο πυρετός μάλλον θα προέρχεται από κάποια εστία μόλυνσης. Όλα εστιάζονται σε εκείνη την μεγάλη αμαρτία που λέγεται έρωτας. Ο έρωτας είναι μια νόσος μεταδοτική. Σε σκοτώνει αργά και σταθερά. Δεν υπάρχει θεραπεία. Ο γεροντοέρωτας είναι ακόμα χειρότερο πράγμα. Γιατί του γέρου το πουλί που χει στο κλουβί κελαηδάει με τη σκέψη για τα περασμένα, αλλά μήτε που σηκώνεται να φάει, τόσο κουρασμένο είναι.

Να την. Εκεί, στη γωνία. Απόψε θα την βγάλει για φαγητό. Πρώτο ραντεβού. Έτσι της έταξε στο τηλέφωνο που μιλήσανε. Λες να είναι ωραία; Από μακριά φαίνεται ψηλή και γεροδεμένη. Έχει και τα πιασιματατάκια της. Γυναίκα Αφροδίτη. Γύρω στα 32 την κάνει. Ε, μπορεί να του έκοψε και μερικά χρόνια όταν απάντησε στην αγγελία του, σκέφτεται ο Μάκης. Να κάμει παιδιά, αυτό έχει σημασία. Και να θέλει τον γάμο. Να είναι και σεμνή και θρήσκα, και να μην κοιτάει αλλού.

'Μάκης', της συστήνεται. Τα ελληνικά της είναι σπαστά. 'Στην Ελλάδα θα έχει δεν θα έχει μερικούς μήνες, ίσως είναι και ψιλοπαράνομη', σκέφτεται. 'Το ρυθμίζω όμως αυτό με την άδεια παραμονής, μετά τον γάμο'. Του λέει το όνομά της. Τα μπουρδούκλωσε όλα τα λόγια της. Δεν ξέρει τι λέει. Ε και τι; Σάματι τηνε θέλει να του βγάζει λόγο; τα βασικά. Να του ψήνει κανα αφέψημα. Να τον αποχαιρετήσει στο νεκροκρέβατο στα γεράματα, να του κάνει και κανένα παιδί αρσενικό, να έχει να πάει κάπου η κληρονομιά και το όνομα.

Την βγάζει στην ταβέρνα. Η κοπέλα παραγγέλνει τα πόδια του αστακού, το ένα πιοτί μετά το άλλο, δύο δυο πρώτα πιάτα μαζί. Το καλαμαράκι κάνει μια μικρή περιουσία. Λες και είναι χρυσάφι. Ξεκουμπώνει όμως ο Μάκης το πορτοφόλι και πληρώνει. Μην της φανεί τσιγκούνης. Δεν κάνει.

Κι άλλο πιοτί, κι άλλο πιοτί, ζητάει η κοπέλα. Ο Μάκης φωνάζει το γκαρσόνι, παραγγέλνει και πληρώνει. Μετράει τις μπουκιές της. 'Πολύ τρώει', σκέφτεται. 'Δεν θα μου βγει οικονομική. Μα θα την φτιάξω εγώ...μετά το μυστήριο!'

Την κοιτάει και στα δόντια. Σαν άλογο. Ε, υγιής φαίνεται. Θα του φτουρήσει.

Έχει αρχίσει ο Μάκης να μεθάει, πιο πολύ από τα μάτια της μικρής παρά από το αλκοόλ. Μα η ανάγκη του τον ξυπνάει. Κάμει να πάει στην τουαλέτα, του σκάει η Ρουσλάνα ένα φιλί στο μάγουλο, έτσι για το ξεπροβόδισμα. Γλυκαίνεται ο γέρος, της παίρνει κι ένα γαλακτομπούρεκο τυλιχτό. Το βάζει η Ρουσλάνα στη τσέπη, γιατι λέει θα το φάει αύριο, σήμερα κάνει δίαιτα. 'Μια μικρή θεά είναι' σκέφτεται. 'Μια μικρή θεά των Βαλκανίων. Τσαχπίνα. Αλλά έχει πράγματι την χάρη της Παριζιάνας. Είναι ωραία γυναίκα, μοιραία. Θα ζηλέψουν οι φίλοι μου, θα σκάσουν από ζήλια κι οι εχθροί μου, θα μιλάει ολάκερη η ιατρική κοινότητα για το τι ωραία νέα γυναίκα κυκλοφορώ...τελικά είμαι πολύ τυχερός που με ανακάλυψε και με κάλεσε στο τηλέφωνο'.

'Αλλά τον θέλει τον γάμο; Όταν θα γυρίζω από την τουαλέτα θα μπω κατευθείαν στο ψητό. Θα την ρωτήσω για το θρήσκευμά της, για τον γάμο και για τα παιδιά. Αν της αρέσουν τα παιδιά. Γι αυτό δεν συναντιόμαστε, βρε αδερφέ; Αυτός δεν είναι κι ο σκοπός της αγγελίας μου στην εφημερίδα;'

Μετά σκέφτεται και το δαχτυλίδι. Αν πει η κοπέλα το ναι, αύριο κιόλας πάει να το παραγγείλει. Το γοργόν και χάρην έχει. Θα πάρει και τηλέφωνο την αδερφή του να της πει τα καλά τα νέα.

Κάμει να γυρίσει από την τουαλέτα, κοιτάει στο τραπέζι, η Ρουσλάνα άφαντη. Κοιτάει καλύτερα, δεν μπορεί, κάπου εκεί γύρω θα είναι. Έρχεται και το γκαρσόνι. Του φέρνει έναν καφέ, 'το παρήγγειλε η γυναίκα σας', του λέει.

'Μα που είναι η κοπέλα;' ρωτάει ο Μάκης το γκαρσόνι;

'Η γυναίκα σας; Είπε ότι προχωράει σιγά σιγά προς το αυτοκίνητό σας για να πάρει και τσιγάρα, και μου παρήγγειλε να σας σερβίρω το καφεδάκι σας και να σας φέρω τον λογαριασμό', λέει το γκαρσόνι.

Η απάθεια είναι ταλέντο. Το κρυφό χαρτί στον πόνο είναι η απάθεια. Απάθεια δεν σημαίνει απαραίτητα ανευθυνότητα. Αυτό ήταν και η πρώτη τους διδαχή στην σχολή της ιατρικής, μπροστά στο πτώμα. Η απάθεια διασκεδάζει, νικάει τον φόβο, τους είχε πει ο καθηγητής. Μάσαγε τσίχλα, το θυμάται καλά ο Μάκης. Ήταν 18 χρονών. Παιδάριο. Τότε είχε όλα τα μαλλιά του πάνω στο κεφάλι του, αλλά μυαλό καθόλου να βρει να συντροφευτεί. Τον χρόνο του τον έφαγαν τα βιβλία και ξεχάστηκε.

'Αυτό δεν φαίνεται σωστό', σκέφτεται...

Ο Μάκης κοιτάει το γκαρσόνι και σαν να μην καταλαβαίνει. Κάνει να πιει τον καφέ πάνω στην αμηχανία του. Ο καφές μαύρος, της παρηγοριάς. Το γκαρσόνι περιμένει πάνω από το κεφάλι του σαν μπάστακας για να πληρωθεί.

Κάμει να βγάλει το πορτοφόλι του και το πορτοφόλι άφαντο. Ψάχνει καλά τις τσέπες μα τίποτα.

Η Ρουσλάνα κρυμμένη πίσω από τη γωνία τον κοιτάζει και γελάει. Μετράει ένα ένα τα αμέτρητα χιλιάρικα. Σταματάει το ταξί, βάζει το θεόρατο πόδι της στη φόρα όπως ανεβαίνει στο κάθισμα κι έχει τη γοητεία όχι θεάς των Βαλκανίων, όχι Παριζιάνας αλλά Νεοϋορκέζας. Έχει κανονίσει δουλειές για αύριο. Έχει πάλι να βγει το βράδυ, αυτή τη φορά με άλλο θύμα. Με τον ταξιτζή μιλάει άπταιστα Ελληνικά με προφορά Παπαγιώτισσας. Ξημερώνει. 'Καλές δουλειές κάναμε και σήμερα', σκέφτεται.


Text and photography by Marsia Sfakianou. All rights reserved.