
Τυχαία. Η τυχαιότητα των γεγονότων έχει μια απεριόριστη γοητεία. Συναρπάζει. 'Εμείς δεν εμπιστευόμαστε τις συναστρίες, σκέφτεται. Δεν θέλω όμως να αργήσω και στο ραντεβού μου με το πεπρωμένο μου. Η ευγένεια απαιτεί να το κυνηγήσω, όπου κι αν πάει'.
Αυτός είναι ο Μάκης. ΑΑΑ, Αρενωπός, γοητευτικός, ιατρός ετών 55, κινητά και ακίνητα περιουσιακά...έτσι δημοσίευσε (για να πάει η αγγελία στις πρώτες πρώτες στα προσωπικά). Έκρυψε περίπου μια δεκαετία.
Κοίταξε το ρολόι του. Ώρα τρεις και δεκαπέντε και εικοσιδύο δευτερόλεπτα. Εικοσιδύο δευτερόλεπτα έχουν σημασία. Είναι για μερικούς μια ζωή ολόκληρη. Γι αυτό οι καιροί δεν περιμένουν, σκέφτεται. Κι είναι καιρός να κάνει κάτι για τη μοναξιά του.
'Λοιπόν;' Έφτιαξε το κολάρο του, το ίσιωσε με μια άτσαλη γκριμάτσα. Έβηξε. 'Τίποτα το σπουδαίο. Μόνο γαργάρες με αλατόνερο'.
Αφού συνταγογράφησε κάτι πομάδες έκανε να φύγει. Βιαζόταν. Τον περίμενε η γυναίκα στην Γλυφάδα. Στη σκέψη της ίσιωσε την χωρίστρα στα μαλλιά του. Να φαίνονται περισσότερα, να φαίνεται πιο νέος. Άνοιξε την πόρτα με το ύφος του κατακτητή. Μια πελώρια κατσαρίδα τον κοίταξε κι έσκουζε. 'Κι όπως είπαμε, έτσι; Δις ημερησίως', είπε στη γριά.
Περπάτησε μερικά μέτρα, άφησε το στήθος του να χαλαρώσει, τόσο καιρό είχε να ακούσει την καρδιά του να χτυπάει τόσο γρήγορα. Επιτάχυνε. Μπήκε στο τρένο, βγήκε από το τρένο. Μετά στο λεωφορείο. Ατελείωτη του φαινόταν η διαδρομή. Όπου να ναι έφτασε.
Ο πυρετός μάλλον θα προέρχεται από κάποια εστία μόλυνσης. Όλα εστιάζονται σε εκείνη την μεγάλη αμαρτία που λέγεται έρωτας. Ο έρωτας είναι μια νόσος μεταδοτική. Σε σκοτώνει αργά και σταθερά. Δεν υπάρχει θεραπεία. Ο γεροντοέρωτας είναι ακόμα χειρότερο πράγμα. Γιατί του γέρου το πουλί που χει στο κλουβί κελαηδάει με τη σκέψη για τα περασμένα, αλλά μήτε που σηκώνεται να φάει, τόσο κουρασμένο είναι.
Να την. Εκεί, στη γωνία. Απόψε θα την βγάλει για φαγητό. Πρώτο ραντεβού. Έτσι της έταξε στο τηλέφωνο που μιλήσανε. Λες να είναι ωραία; Από μακριά φαίνεται ψηλή και γεροδεμένη. Έχει και τα πιασιματατάκια της. Γυναίκα Αφροδίτη. Γύρω στα 32 την κάνει. Ε, μπορεί να του έκοψε και μερικά χρόνια όταν απάντησε στην αγγελία του, σκέφτεται ο Μάκης. Να κάμει παιδιά, αυτό έχει σημασία. Και να θέλει τον γάμο. Να είναι και σεμνή και θρήσκα, και να μην κοιτάει αλλού.
'Μάκης', της συστήνεται. Τα ελληνικά της είναι σπαστά. 'Στην Ελλάδα θα έχει δεν θα έχει μερικούς μήνες, ίσως είναι και ψιλοπαράνομη', σκέφτεται. 'Το ρυθμίζω όμως αυτό με την άδεια παραμονής, μετά τον γάμο'. Του λέει το όνομά της. Τα μπουρδούκλωσε όλα τα λόγια της. Δεν ξέρει τι λέει. Ε και τι; Σάματι τηνε θέλει να του βγάζει λόγο; τα βασικά. Να του ψήνει κανα αφέψημα. Να τον αποχαιρετήσει στο νεκροκρέβατο στα γεράματα, να του κάνει και κανένα παιδί αρσενικό, να έχει να πάει κάπου η κληρονομιά και το όνομα.
Την βγάζει στην ταβέρνα. Η κοπέλα παραγγέλνει τα πόδια του αστακού, το ένα πιοτί μετά το άλλο, δύο δυο πρώτα πιάτα μαζί. Το καλαμαράκι κάνει μια μικρή περιουσία. Λες και είναι χρυσάφι. Ξεκουμπώνει όμως ο Μάκης το πορτοφόλι και πληρώνει. Μην της φανεί τσιγκούνης. Δεν κάνει.
Κι άλλο πιοτί, κι άλλο πιοτί, ζητάει η κοπέλα. Ο Μάκης φωνάζει το γκαρσόνι, παραγγέλνει και πληρώνει. Μετράει τις μπουκιές της. 'Πολύ τρώει', σκέφτεται. 'Δεν θα μου βγει οικονομική. Μα θα την φτιάξω εγώ...μετά το μυστήριο!'
Την κοιτάει και στα δόντια. Σαν άλογο. Ε, υγιής φαίνεται. Θα του φτουρήσει.
Έχει αρχίσει ο Μάκης να μεθάει, πιο πολύ από τα μάτια της μικρής παρά από το αλκοόλ. Μα η ανάγκη του τον ξυπνάει. Κάμει να πάει στην τουαλέτα, του σκάει η Ρουσλάνα ένα φιλί στο μάγουλο, έτσι για το ξεπροβόδισμα. Γλυκαίνεται ο γέρος, της παίρνει κι ένα γαλακτομπούρεκο τυλιχτό. Το βάζει η Ρουσλάνα στη τσέπη, γιατι λέει θα το φάει αύριο, σήμερα κάνει δίαιτα. 'Μια μικρή θεά είναι' σκέφτεται. 'Μια μικρή θεά των Βαλκανίων. Τσαχπίνα. Αλλά έχει πράγματι την χάρη της Παριζιάνας. Είναι ωραία γυναίκα, μοιραία. Θα ζηλέψουν οι φίλοι μου, θα σκάσουν από ζήλια κι οι εχθροί μου, θα μιλάει ολάκερη η ιατρική κοινότητα για το τι ωραία νέα γυναίκα κυκλοφορώ...τελικά είμαι πολύ τυχερός που με ανακάλυψε και με κάλεσε στο τηλέφωνο'.
'Αλλά τον θέλει τον γάμο; Όταν θα γυρίζω από την τουαλέτα θα μπω κατευθείαν στο ψητό. Θα την ρωτήσω για το θρήσκευμά της, για τον γάμο και για τα παιδιά. Αν της αρέσουν τα παιδιά. Γι αυτό δεν συναντιόμαστε, βρε αδερφέ; Αυτός δεν είναι κι ο σκοπός της αγγελίας μου στην εφημερίδα;'
Μετά σκέφτεται και το δαχτυλίδι. Αν πει η κοπέλα το ναι, αύριο κιόλας πάει να το παραγγείλει. Το γοργόν και χάρην έχει. Θα πάρει και τηλέφωνο την αδερφή του να της πει τα καλά τα νέα.
Κάμει να γυρίσει από την τουαλέτα, κοιτάει στο τραπέζι, η Ρουσλάνα άφαντη. Κοιτάει καλύτερα, δεν μπορεί, κάπου εκεί γύρω θα είναι. Έρχεται και το γκαρσόνι. Του φέρνει έναν καφέ, 'το παρήγγειλε η γυναίκα σας', του λέει.
'Μα που είναι η κοπέλα;' ρωτάει ο Μάκης το γκαρσόνι;
'Η γυναίκα σας; Είπε ότι προχωράει σιγά σιγά προς το αυτοκίνητό σας για να πάρει και τσιγάρα, και μου παρήγγειλε να σας σερβίρω το καφεδάκι σας και να σας φέρω τον λογαριασμό', λέει το γκαρσόνι.
Η απάθεια είναι ταλέντο. Το κρυφό χαρτί στον πόνο είναι η απάθεια. Απάθεια δεν σημαίνει απαραίτητα ανευθυνότητα. Αυτό ήταν και η πρώτη τους διδαχή στην σχολή της ιατρικής, μπροστά στο πτώμα. Η απάθεια διασκεδάζει, νικάει τον φόβο, τους είχε πει ο καθηγητής. Μάσαγε τσίχλα, το θυμάται καλά ο Μάκης. Ήταν 18 χρονών. Παιδάριο. Τότε είχε όλα τα μαλλιά του πάνω στο κεφάλι του, αλλά μυαλό καθόλου να βρει να συντροφευτεί. Τον χρόνο του τον έφαγαν τα βιβλία και ξεχάστηκε.
'Αυτό δεν φαίνεται σωστό', σκέφτεται...
Ο Μάκης κοιτάει το γκαρσόνι και σαν να μην καταλαβαίνει. Κάνει να πιει τον καφέ πάνω στην αμηχανία του. Ο καφές μαύρος, της παρηγοριάς. Το γκαρσόνι περιμένει πάνω από το κεφάλι του σαν μπάστακας για να πληρωθεί.
Κάμει να βγάλει το πορτοφόλι του και το πορτοφόλι άφαντο. Ψάχνει καλά τις τσέπες μα τίποτα.
Η Ρουσλάνα κρυμμένη πίσω από τη γωνία τον κοιτάζει και γελάει. Μετράει ένα ένα τα αμέτρητα χιλιάρικα. Σταματάει το ταξί, βάζει το θεόρατο πόδι της στη φόρα όπως ανεβαίνει στο κάθισμα κι έχει τη γοητεία όχι θεάς των Βαλκανίων, όχι Παριζιάνας αλλά Νεοϋορκέζας. Έχει κανονίσει δουλειές για αύριο. Έχει πάλι να βγει το βράδυ, αυτή τη φορά με άλλο θύμα. Με τον ταξιτζή μιλάει άπταιστα Ελληνικά με προφορά Παπαγιώτισσας. Ξημερώνει. 'Καλές δουλειές κάναμε και σήμερα', σκέφτεται.
Text and photography by Marsia Sfakianou. All rights reserved.


