Sunday, 19 August 2007

student ticket please...




Είναι όμορφη τελικά η πόλη μου. Ανοίγεις τα παράθυρα σου και μπορείς να την αγκαλιάσεις, να την προκαλέσεις, να παίξεις μαζί της κρυφτό ή κυνηγητό, αφημένη να περιπλανιέσαι στους δρόμους της.
Κόσμος τρέχει στα πεζοδρόμια και λεωφορεία περνούν σε αστραπιαίες συχνότητες, μαζεύοντας καρδιές σκορπισμένες και όνειρα.
Μόλις ένα χιλιόμετρο από το κέντρο, μπορώ και βηματίζω με τα πόδια στους δρόμους, να κατηφορίζω στον gas street, να καταφτάνω στο new street και στο town hall, με εκείνη τη παράξενη, κοκκινόχρωμη, βρετανική αρχιτεκτονική τους. Η ζωή, ξέρεις, πρωί και βράδυ, κρύβεται στις τοπικές pub και στα μεγάλα ποτήρια με μπύρα.
Συλλέγω σε κάθε μου βήμα μια στιγμή, ένα άρωμα, μια ανάμνηση. Χαϊδεύω με τα μάτια μου όλα τα ανθρώπινα βλέμματα, ακόμη κι εκείνα τα τραχιά, και τα άγρια, για να κρατήσω ένα κομμάτι από αυτά να διηγούμαι.
Με το στομάχι άδειο, και την τσέπη γεμάτη από ευτυχία, ακολουθώ τον Bristol Road, ή τον αγαπημένο μου δρόμο του Broadway, τον Broad street. Με σχεδόν παιδική αφέλεια χαιρετώ τον κόσμο, τους ζητιάνους, τους μεθυσμένους, τα σκυλιά. Αφουγκράζομαι τους ήχους της πόλης, και δένομαι απ΄ αυτούς, ακολουθώντας τους κι αφήνοντάς τους να αγκιστρώνονται και να σέρνονται από πάνω μου. Οδηγούμαι, παράδοξα από τον χάρτη του ενστίκτου μου και μόνο, κι όταν χάνομαι, ακολουθώ με παπούτσια να σέρνονται, κάποιο κανάλι κατά μήκος του, για να τραβήξω ακόμη μερικές φωτογραφίες.
Κανάλια. Ατέλειωτος ιστός αράχνης από κανάλια να σε αιχμαλωτίζει. Περισσότερα κανάλια από την Βενετία μου, κι όλα πλωτά, με κάτι παράξενες μακρόστενες βάρκες για το κοινό, που παίζουν τον ρόλο του λεωφορείου. Πράσινη οργιώδης βλάστηση δίπλα σε αυτά, και ο πεζόδρομος κατά μήκος τους, ένα ατέλειωτο πάρκο σε όλη την έκταση της πόλης.
Έχω καταφέρει και συνδυάζω, σε μια λειτουργία του εγκεφάλου μου που δεν τη καταλαβαίνω, μέρη της ξενιτιάς μου με άλλα στην πατρίδα.
Περπατώ σε πεζόδρομους εμπορικούς, αναλογιζόμενη σε μια παραίσθηση την ίδια την ομορφιά της οδού Ερμού, ζώντας τη στιγμή τόσο αληθινά, ώστε ακόμη ακούω τον ήχο της λατέρνας και μυρίζω το ζεστό σάμαλι.
Είναι κι εκείνη η μεταμοντέρνα μεριά της πόλης, με τα μεγάλα παράξενα κτίρια που θαρρείς πως τα σμιλεύει ο άνεμος σε παράξενα, κυρτά σχήματα. Ή και η άλλη, η παλιά πόλη, με τα προπολεμικά κτίρια που στέκονται ακόμη γιατί γλίτωσαν τις βόμβες της φυσικής ή της ανθρώπινης φθοράς.
Πελώριες πλατείες στεγάζουν τα αδέσποτα κι άστεγα ανθρώπινα όνειρα τις νύχτες. Κι εγώ, βράδια Σαββάτου, βρίσκω πάντα καταφύγιο σε κάποιο στέκι ελληνικό, όχι τόσο εξαιτίας της μοναξιάς μου, μα πιότερο από την ανάγκη μου να ακούσω την παράξενη πια γλώσσα που μιλούσα στο σπίτι.
Αντιγράφω στον νου μου πινελιές από όσα βλέπω. Τοποθετώ τα είδωλα αγαπημένων μου στιγμών πίσω από κάμερες και κινούμενες εικόνες. Έπειτα τις ταχυδρομώ στους αγαπημένους μου ανθρώπους, για να τις μοιραστώ μαζί τους.
Και ζω. Κι ελπίζω. Και βιώνω. Και γεύομαι. Καθρεπτίζομαι στα νερά των καναλιών με το είδωλό μου να μου χαμογελά διψασμένο για να ρουφήξει την ανάμνηση.
Μα και η εστία, η μικρή μου κατοικία, μου φαίνεται ένας παράδεισος εκτεινόμενος μέσα σε τέσσερις τοίχους για να μπορεί να χωρά και να καρπώνεται στην παλάμη μου.
Ταξίδι για Λονδίνο, θέση φοιτητική στη silent zone του τρένου που μετά βίας πάντοτε προλαβαίνω.
Μια κιθάρα στο χέρι, ένα μπουζούκι με ελληνικούς σκοπούς.
Άρωμα καφέ ελληνικού στους δρόμους του Soho…

text and photography by Marsia Sfakianou. All rights reserved