
Σκέψη μου, ήθελα να σε φορέσω. Να σε κουβαλώ πάνω μου, να σε εναποθέτω πάνω στα μέλη μου σχεδόν σαν ένα λεπτό πανωφόρι από οργάτζα. Κι άλλοτε πάλι βάναυσα να σε τραβώ από τα μάλλινα άκρα σου, να με πνίγουν τα μανίκια κι η λαιμόκοψή σου, να με ιδρώνει η πυκνή σου πλέξη.
Σκέψη μου, ήθελα να σε πιω. Ήθελα να σε πιω, για να ποτιστώ ολάκερη από σένα. Κι ήθελα τόσο να σε γευτώ, σαν κάτι πρωτόγνωρο, ή έδεσμα αυστηρά απαγορευμένο.
Να σε καπνίσω ακόμα, σαν καπνό εξωτικό, που αποδυναμώνει τη καρδιά και λαμπρύνει την συνείδηση.
Σκέψου, σκέψη μου! Ήθελα να παλέψω μαζί σου. Να σου δανείσω το άλογό μου, να ζωστείς το σπαθί μου και την ασπίδα μου, να κοιτάξεις κατάματα τους φόβους σου και να τους εμβολίσεις.
Κουράστηκα, σκέψη μου…
Ήθελα να σ’ αφήσω, τρεις φορές πριν ο πετεινός λαλήσει.
Τελικά…με επτά αργύρια υποκρισίας στην τσέπη…
Σ ‘απαρνήθηκα.
text and photography by Marsia Sfakianou. All rights reserved


