Friday, 24 August 2007

Το σκιάχτρο





Το σκιάχτρο στεκόταν κατάμεσα του κάμπου, ατάραχη προσωπικότητα στους παντός είδους κραδασμούς, περήφανο σαν κυρία μημουάπτου, ατρόμητο σαν βαρκάρης εν τρικυμία να γέρνει στον άνεμο και να κάμει κουπί επιβίωσης. Ήταν φτιαγμένο από άχυρο. Τα ξεραμένα στάχυα σχημάτιζαν συστάδες μυών κάτω από τα ηλιοκαμένα και ξεθωριασμένα ρούχα του, παραφουσκώνοντας την επιβλητικότητα του που θύμιζε σημεία των καιρών.

Ασχήμια;

Ο τραγέλαφος εκείνος είχε μύτη και μάτια από μαύρα καμμένα ξύλα ( γιατί τα σκιάχτρα γεννιούνται αλλήθωρα ) και το στόμα του έμοιαζε περισσότερο με μπανανόφλουδα σε αποσύνθεση παρά με στόμα. Το καπέλο του σκέπαζε το άτριχο κεφάλι του, καρφιτσωμένο πάνω στα αφτιά του με παραμάνες.

Μα η μικρή ατέλεια και η μεγάλη δυσμορφία κυοφορούν πάντα κάτι από ομορφιά μέσα τους.

Και λένε πως η απόγνωση είναι ετούτος ο λόγος που κάνει τους ανθρώπους να κραυγάζουν. Η απόγνωση και η παράφορη επιθυμία είναι οι καλύτεροι φίλοι του τρελού του χωριού. Το χειροκρότημα είναι ενθαρρυντικό για να συνεχίσει η παραφροσύνη να κομπάζει. Λογιών λογιών ανθρωπάρια στέκονται γύρω από τον φουκαρά και τον χειροκροτούν. Κι εκείνος είναι πια το κέντρο του κόσμου όλου, η εστία της προσοχής, ακαταμάχητος στο βλέμμα και στο γιουχάισμα των κολάκων και γαλίφηδων.

Έτσι και το σκιάχτρο.

Τα πουλιά κράζουν, έπειτα χαμογελούν. Πώς; Κάτω από τα ράμφη τους κρύβεται η ανάταση ενός ειρωνικού χαμόγελου. Κάμουν τάχα πως πλησιάζουν για να θαυμάσουν, να περιεργαστούν το ωραίο και να κομπάσουν, μα πάντα κρατούν αποστάσεις σεβασμού και τρόμου προς εκείνο το περίεργο κατασκεύασμα στη μέση του αγρού.

Ο βασιλιάς, το σκιάχτρο.

Αυτός είναι. Νομοθετεί τα στάχυα ένα ένα. Πως θα γείρουν στη φορά του ανέμου, πως θα καρποφορήσουν, πως θα ξεραθούν και θα πεθάνουν στο χώμα. Όταν φυσάει, τα ρούχα του ανεμίζουν σημαίες. Το άτσαλο τρίξιμο του παίζει εμβατήρια. Η πομπή των κολάκων καταφτάνει.

Σταθείτε προσοχή!

Η ακρόαση έχει τελειώσει. Η νύχτα θα πέσει αργά, σαν ακριβή κουρτίνα στην αίθουσα του θρόνου. Στο σκοτάδι τα κοράκια θα ορμήσουν, θα κατασπαράξουν, θα ξεκοιλιάσουν. Το πρώτο ξημέρωμα θα βρει ερημιά και θλίψη. Το χωράφι έπεσε βρώση στα στόματα των εχθρών. Τα ανείπωτα ειπώθηκαν. Μα για το σκιάχτρο ούτε λόγος.

Ώπερ έδει δείξαι.


Text and photography by Marsia Sfakianou. All rights reserved.